„ψυχικός“ ψυχικός [psiçiˈkos], ψυχική, ψυχικόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Übersicht aller Übersetzungen (Für mehr Details die Übersetzung anklicken/antippen) seelisch, psychisch seelisch, psychisch ψυχικός ψυχικός Beispiele ψυχική ασθένειαθηλυκό | Femininum, weiblich f psychische Krankheitθηλυκό | Femininum, weiblich f ψυχική ασθένειαθηλυκό | Femininum, weiblich f ψυχική διάθεσηθηλυκό | Femininum, weiblich f Gemütsartθηλυκό | Femininum, weiblich f ψυχική διάθεσηθηλυκό | Femininum, weiblich f ψυχική διάθεσηθηλυκό | Femininum, weiblich f Gemütsverfassungθηλυκό | Femininum, weiblich f Gemütszustandαρσενικό | Maskulinum, männlich m ψυχική διάθεσηθηλυκό | Femininum, weiblich f ψυχική ηρεμίαθηλυκό | Femininum, weiblich f Seelenfriedenαρσενικό | Maskulinum, männlich m ψυχική ηρεμίαθηλυκό | Femininum, weiblich f ψυχικός αναβρασμόςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Affektαρσενικό | Maskulinum, männlich m ψυχικός αναβρασμόςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Beispiele ausblendenBeispiele anzeigen