„νώτα“: πληθυντικός ουδετέρου νώτα [ˈnota]πληθυντικός ουδετέρου | Neutrum Plural npl Übersicht aller Übersetzungen (Für mehr Details die Übersetzung anklicken/antippen) Rücken Rückenαρσενικό | Maskulinum, männlich m νώτα νώτα Beispiele καλύπτω τα νώτα κάποιου jemandem den Rücken freihalten καλύπτω τα νώτα κάποιου