Griechisch-Deutsch Übersetzung für "ψωμί"
"ψωμί" Deutsch Übersetzung
επάλειμμα σε ψωμί
Brotaufstrichαρσενικό | Maskulinum, männlich m
επάλειμμα σε ψωμί
βιολογικό ψωμίουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Biobrotουδέτερο | Neutrum, sächlich n
βιολογικό ψωμίουδέτερο | Neutrum, sächlich n
ανάμικτο ψωμίουδέτερο | Neutrum, sächlich n
Mischbrotουδέτερο | Neutrum, sächlich n
ανάμικτο ψωμίουδέτερο | Neutrum, sächlich n
ψωμίουδέτερο | Neutrum, sächlich n με βούτυρο
Butterbrotουδέτερο | Neutrum, sächlich n
ψωμίουδέτερο | Neutrum, sächlich n με βούτυρο