„πυροσβεστικός“ πυροσβεστικός [pirozvestiˈkos], πυροσβεστική, πυροσβεστικόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Übersicht aller Übersetzungen (Für mehr Details die Übersetzung anklicken/antippen) Feuerwehr- Feuerwehr- πυροσβεστικός πυροσβεστικός Beispiele πυροσβεστική άσκησηθηλυκό | Femininum, weiblich f Probealarmαρσενικό | Maskulinum, männlich m πυροσβεστική άσκησηθηλυκό | Femininum, weiblich f πυροσβεστική σκάλαθηλυκό | Femininum, weiblich f Feuerwehrleiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m πυροσβεστική σκάλαθηλυκό | Femininum, weiblich f πυροσβεστική υπηρεσίαθηλυκό | Femininum, weiblich f Feuerwehrθηλυκό | Femininum, weiblich f πυροσβεστική υπηρεσίαθηλυκό | Femininum, weiblich f πυροσβεστικό αεροσκάφοςουδέτερο | Neutrum, sächlich n Löschflugzeugουδέτερο | Neutrum, sächlich n πυροσβεστικό αεροσκάφοςουδέτερο | Neutrum, sächlich n πυροσβεστικό σώμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n Löschmannschaftθηλυκό | Femininum, weiblich f πυροσβεστικό σώμαουδέτερο | Neutrum, sächlich n πυροσβεστικός σταθμόςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Feuerwacheθηλυκό | Femininum, weiblich f πυροσβεστικός σταθμόςαρσενικό | Maskulinum, männlich m πυροσβεστικός σωλήναςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Feuerwehrschlauchαρσενικό | Maskulinum, männlich m πυροσβεστικός σωλήναςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Beispiele ausblendenBeispiele anzeigen