„επαινετικός“ επαινετικός [epenetiˈkos], επαινετική, επαινετικόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Übersicht aller Übersetzungen (Für mehr Details die Übersetzung anklicken/antippen) lobend lobend επαινετικός επαινετικός