„εκθεσιακός“ εκθεσιακός [ekθesiaˈkos], εκθεσιακή, εκθεσιακόεπίθετο, ως επίθετο | Adjektiv adj Übersicht aller Übersetzungen (Für mehr Details die Übersetzung anklicken/antippen) Ausstellungs- Ausstellungs- εκθεσιακός εκθεσιακός Beispiele εκθεσιακή αίθουσαθηλυκό | Femininum, weiblich f Messehalleθηλυκό | Femininum, weiblich f εκθεσιακή αίθουσαθηλυκό | Femininum, weiblich f εκθεσιακή επιφάνειαθηλυκό | Femininum, weiblich f Ausstellungsflächeθηλυκό | Femininum, weiblich f εκθεσιακή επιφάνειαθηλυκό | Femininum, weiblich f εκθεσιακό κέντροουδέτερο | Neutrum, sächlich n Messeθηλυκό | Femininum, weiblich f εκθεσιακό κέντροουδέτερο | Neutrum, sächlich n εκθεσιακό περίπτεροουδέτερο | Neutrum, sächlich n Ausstellungsstandαρσενικό | Maskulinum, männlich m εκθεσιακό περίπτεροουδέτερο | Neutrum, sächlich n εκθεσιακός χώροςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Ausstellungsgeländeουδέτερο | Neutrum, sächlich n εκθεσιακός χώροςαρσενικό | Maskulinum, männlich m εκθεσιακός χώροςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Ausstellungshalleθηλυκό | Femininum, weiblich f εκθεσιακός χώροςαρσενικό | Maskulinum, männlich m Beispiele ausblendenBeispiele anzeigen