έλεγχος
[ˈeleŋxos]αρσενικό | Maskulinum, männlich mÜbersicht aller Übersetzungen
(Für mehr Details die Übersetzung anklicken/antippen)
- Kontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich fέλεγχοςέλεγχος
- Beherrschungθηλυκό | Femininum, weiblich fέλεγχος της κατάστασηςέλεγχος της κατάστασης
- Schulzeugnisουδέτερο | Neutrum, sächlich nέλεγχος σχολικόςέλεγχος σχολικός
Beispiele
- έλεγχος απουσιώνAnwesenheitskontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος αρχείωνAkteneinsichtθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος ασφαλείαςSicherheitskontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος βάρουςGewichtskontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος διαβατηρίωνPasskontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος διπλώματος οδήγησηςFührerscheinkontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος εδάφουςBodenstationθηλυκό | Femininum, weiblich fBodenkontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος εισιτηρίωνFahrkartenkontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος εκπομπών αυτοκινήτουAbgasuntersuchungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος εξοπλισμώνRüstungskontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος επιδημίαςSeuchenbekämpfungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος κίνησηςVerkehrskontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος λογαριασμώνRechnungsprüfungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος με ραντάρRadarfalleθηλυκό | Femininum, weiblich fRadarkontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος ντόπινγκDopingtestαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλεγχος ποιότηταςQualitätskontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich fQualitätsprüfungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος ποντικιού ηλεκτρονικός υπολογιστής | Computerη/υMaussteuerungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος ρουτίναςRoutinekontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος στο τέλος του τριμήνουZwischenzeugnisουδέτερο | Neutrum, sächlich n
- έλεγχος συναλλάγματοςDevisenkontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος συνόρωνGrenzabfertigungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος συστήματος ηλεκτρονικός υπολογιστής | Computerη/υSystemcheckαρσενικό | Maskulinum, männlich m
- έλεγχος της μπάλας αθλητισμός | SportαθλBallführungθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος των τιμώνPreiskontrolleθηλυκό | Femininum, weiblich f
- έλεγχος αντιντόπινγκ αθλητισμός | SportαθλDopingtestαρσενικό | Maskulinum, männlich m
Beispiele ausblendenBeispiele anzeigen