„διευθυντής“: αρσενικό διευθυντής [ðiefθinˈdis]αρσενικό | Maskulinum, männlich m Übersicht aller Übersetzungen (Für mehr Details die Übersetzung anklicken/antippen) Direktor, Chef, Leiter Direktorαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής Leiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής διευθυντής Chefαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής αφεντικό διευθυντής αφεντικό Beispiele διευθυντής επιχειρήσεως Betriebsleiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής επιχειρήσεως διευθυντής επιχείρησης Firmenchefαρσενικό | Maskulinum, männlich m Geschäftsleiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής επιχείρησης διευθυντής εργοστασίου Werksleiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής εργοστασίου διευθυντής θεάτρου θέατρο | Theaterθεατ Intendantαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής θεάτρου θέατρο | Theaterθεατ διευθυντής ινστιτούτου Institutsleiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής ινστιτούτου διευθυντής κοινωνικού ιδρύματος Heimleiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής κοινωνικού ιδρύματος διευθυντής ξενοδοχείου Hoteldirektorαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής ξενοδοχείου διευθυντής ορχήστρας μουσ Dirigentαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής ορχήστρας μουσ διευθυντής προσωπικού Personalchefαρσενικό | Maskulinum, männlich m Personalleiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής προσωπικού διευθυντής σχολείου Schuldirektorαρσενικό | Maskulinum, männlich m Schulleiterαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής σχολείου διευθυντής τράπεζας Bankdirektorαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής τράπεζας διευθυντής τσίρκου Zirkusdirektorαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής τσίρκου διευθυντής φυλακής Gefängnisdirektorαρσενικό | Maskulinum, männlich m διευθυντής φυλακής Beispiele ausblendenBeispiele anzeigen